Δεν υπάρχουν σχόλια

Φιλοξενία και νηστεία

Ένας φιλομόναχος Επίσκοπος συνήθιζε να περιοδεύει μια φορά τον χρόνο τις σκήτες και τα μοναστήρια της επαρχίας του. Σε μια τέτοια περιοδεία, κατάκοπος από τη μακρά οδοιπορία, ζήτησε να αναπαυθεί λίγο στο κελί ενός Ερημίτου.

Ο αδελφός, αφού του έπλυνε τα πόδια, έστρωσε τράπεζα να τον φιλοξενήσει. Δεν είχε, όμως, άλλο τίποτε να προσφέρει στον Επίσκοπο από ψωμί και αλάτι που συνήθιζε να τρώει ο ίδιος.

-Ας με συγχωρήσει η αγιοσύνη σου! -άρχισε να απολογείται ο Αδελφός για το φτωχό του τραπέζι. Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο σ’ αυτό το κελί.

Ενθουσιασμένος ο Επίσκοπος για τη μεγάλη εγκράτεια των Μοναχών, είπε στον Αδελφό:

-Είθε του χρόνου που θα ξανάρθω, ούτε αλάτι να μην βρω.

Άλλος αρχάριος Μοναχός, που είχε βάλει όρο στον εαυτό του να μην τρώει ψωμί, πήγε μια μέρα να επισκεφθεί έναν μεγάλο Γέροντα.

Στο κελί του βρήκε και άλλους επισκέπτες. Ο Γέροντας μαγείρευε φαγητό για τους ξένους του. Όταν κάθισαν στην τράπεζα, ο αρχάριος έβγαλε τα βρεγμένα κουκιά που είχε φέρει μαζί του και τα έτρωγε.

Ο Γέροντας που τον είδε, τον πήρε ύστερα από το φαγητό παράμερα και τον συμβούλεψε:

«Όταν τρως με άλλους Αδελφούς, παιδί μου, απόφευγε όσο μπορείς να δείχνεις την εγκράτειά σου, γιατί παραμονεύει η κενοδοξία να σου αφαιρέσει το μισθό σου. Αν πάλι είσαι αποφασισμένος να μην παραβαίνεις τους όρους σου, μένε στο κελί σου και απόφευγε τις επισκέψεις».

 

Προσθήκη σχολίου