Δεν υπάρχουν σχόλια

Τα όπλα του Χριστιανού

Βρισκόμαστε στο τέλος του πρώτου μέρους του Τριωδίου και από αύριο εισερχόμαστε στο δεύτερο μέρος του, τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μας δίδαξε ήδη η Εκκλησία μας την αρετή της ταπεινοφροσύνης, ως βασική προϋπόθεση της μετανοίας, κατά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Μας βεβαίωσε την πραγματικότητα της σωτηρίας, όταν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια, κατά την Κυριακή του Ασώτου. Και τέλος μας προέβαλε ανάγλυφο τον λόγο, για τον όποιο έχουμε ανάγκη μετανοίας και επιστροφής, το γεγονός δηλαδή της παγκοσμίου Κρίσεως, κατά την Κυριακή της Απόκρεω. Επειδή δε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι περίοδος πνευματικοσωματικής προετοιμασίας και εισαγωγής στο Πάθος του Χριστού μας, μας υπενθυμίζει η Εκκλησία σήμερα ένα σοβαρό και θλιβερό γεγονός, που έγινε αιτία να έλθει ο Χριστός στον κόσμο και να πάθει. Μας υπενθυμίζει την έξωση του ανθρώπου από τον Παράδεισο.

Όταν ο σημερινός άνθρωπος ακούει έξωση από τον Παράδεισο, το θεωρεί αστείο. Αν μάλιστα είναι κάποιος «φιλελεύθερος» και προοδευτικός θεολόγος, θα δεχθεί το πράγμα με έννοια αλληγορική, μεταφορική. Είναι παρατηρημένο, πως, όσον αφορά στην Άγια Γραφή, όσα μάς συμφέρουν τα παίρνουμε κατά γράμμα. Σε όσα όμως (νομίζουμε πως) δεν μας συμφέρουν, δίνουμε αλληγορική ερμηνεία.

Παρόλα αυτά είναι και η έξωση εκ του Παραδείσου ένα από τα γεγονότα εκείνα, που δεν επιδέχονται αλληγορική ερμηνεία, γιατί είναι αλήθειες. Η έξωση από τον Παράδεισο είναι το γεγονός του πνευματικού θανάτου του ανθρώπου, του χωρισμού του από τον Θεό διά της αμαρτίας. Το τραγικότερο δε σημείο της γνωστής αγιογραφικής διηγήσεως (Γεν. κεφ. 3) είναι ότι, ενώ εδόθη από τον Θεό στον άνθρωπο η δυνατότητα της μετανοίας μέσα στον Παράδεισο, ο άνθρωπος δεν θέλησε να παραδεχθεί την πτώση του. Απλώς μεταβίβασαν την ευθύνη ο Αδάμ στη γυναίκα και η γυναίκα στο φίδι. Η πτώση του ανθρώπου, λοιπόν, υπήρξε φυσική, γεγονός της φύσεώς του, πτώση καθαρά δική του και όχι αποτέλεσμα δήθεν της θείας αυστηρότητας. Έπεσε δε ο άνθρωπος όχι μόνο γιατί έσφαλε, αμάρτησε, αλλά κυρίως γιατί δεν μετανόησε. Δεν παραδέχθηκε την αμαρτία του.

Η πτώση, λοιπόν, του πρώτου ανθρώπου -και μέσω αυτού ολοκλήρου της ανθρωπότητας- υπήρξε η αίτια της ελεύσεως του Χρίστου μας στον κόσμο. Ο Χριστός, όμως, χειραγωγεί τον άνθρωπο διά της οδού της μετανοίας και της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως στον Θεό. Γι’ αυτό είναι τόσο έντονος ο λό¬γος περί μετανοίας τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Γιατί χωρίς αναγνώριση της πτώσεως και ειλικρινή επιστροφή δεν επιτυγχάνει ο άνθρωπος τον εξαγιασμό του, την ένωσή του με τον Θεό στο πρόσωπο του Ιησού Χρίστου, του αληθινού Υιού Του.

Πόσοι, όμως, βλέπουν έτσι τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή σήμερα; Για τους περισσοτέρους μας έχει ισοπεδωθεί κάθε διάθεση πνευματικής ανατάσεως. Και το χειρότερο είναι ότι δεν αρκείται ο κατ’ όνομα χριστιανισμός της εποχής μας στα έργα της ασωτίας του, αλλά έχει το θράσος να απαιτεί να τα αναγνωρίσει και η Εκκλησία, ο Χριστός, να προσαρμοσθεί το Ευαγγέλιο στις διαθέσεις και τα μέτρα του… Γι’ αυτό από τον αποπροσανατολισμένο χριστιανικά κόσμο ποιμένας θεωρείται όποιος θα παραδεχθεί, έστω και «φιλοσοφικά», τον Καρνάβαλο και την ασωτία του, και όχι όποιος ευαγγελικά θα υποδείξει τις ανυπολόγιστες ηθικές συνέπειες των ρωμαϊκών οργίων, που με το ένδυμα της ψυχαγωγίας επιζούν και στην εποχή μας.

Η μετάνοια του ανθρώπου, για την οποία θα είναι από σήμερα βασικά ο λόγος, δεν είναι μια στιγμιαία αλλαγή καταστάσεως. Μια απλή μετάβαση από τα έργα του σκότους στα έργα του φωτός. Μετάνοια είναι μια συνεχής διαδικασία, που παρασταίνεται σχηματικά με μια σειρά αυξομειουμένων καμπυλών. Είναι ένα πεδίο μάχης εναντίον εχθρού, που από τη στιγμή της πτώσεως διεκδικεί την ψυχή του ανθρώπου. Είναι αδιάκοπη προσπάθεια για το ξερίζωμα της κακής επιθυμίας, πού αποτελεί και τη ρίζα της αμαρτίας. Δεν αμαρτάνει το σώμα. Δεν νηστεύουμε, για να το εξουθενώσουμε. Το σώμα επλάσθη καλό και άγιο. Η ψυχή φταίει. Γιατί σε αυτή ριζώθηκε η κακή επιθυμία. Εγκρατευόμεθα, λοιπόν, για να εξουθενωθεί η επιθυμία.

Όπως, όμως, σε κάθε αγώνα, έτσι και στον πνευματικό, που είναι ο ταχύτερος και αποφασιστικότερος, γιατί έχει διαστάσεις αιώνιες, χρειάζονται τα κατάλληλα όπλα. Αυτά τα όπλα μας υποδεικνύουν η αποστολική (Ρωμ. 13, 13 κ.ε.) και η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Τυρινής. «Όπλα του φωτός» τα ονομάζει ο απόστολος Παύλος. Και τα παρουσιάζει. Τα όπλα που υποδεικνύει ο Απόστολος είναι κυρίως τα αμυντικά. Η εκρίζωση των παθών. Η θανάτωση των σκοτεινών εκείνων αντιπάλων, που συντελούν στην αποξένωσή μας από τον Θεό. Τα επιθετικά μας όπλα τα παρουσιάζει εντονότερα η ευαγγελική περικοπή. Είναι η συγχωρητικότητα προς τους συνανθρώπους μας. Η αληθινή νηστεία, ό¬χι δηλαδή απλή αποχή από τροφές, αλλά και πνευματική, αποχή από τα πάθη. Και τέλος η προσκόλλησή μας στον Θεό, ως τον μοναδικό θησαυρό μας.

Χωρίς τα όπλα αυτά η διεξαγωγή του πνευματικού μας αγώνος είναι αδύνατη. Είναι ακατόρθωτη και η βίωση του μηνύματος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και η Εκκλησία επιμένει να απευθύνει το προσκλητήριο αυτό και σήμερα, όπως κάνει αδιάκοπα δύο χιλιάδες χρόνια. Γιατί τα έργα του σκότους ή του φωτός δεν προσδιορίζονται από τις εποχές, αλλά από την ψυχή του ανθρώπου, που μένει σε κάθε εποχή η ιδία.

(†) πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός

 

 

Προσθήκη σχολίου