Δεν υπάρχουν σχόλια

Ο Γέροντας Αρσένιος Σπηλαιώτης για την αγάπη της μητέρας του και της Παναγίας

Ο Γέροντας Χαράλαμπος (Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους και υποτακτικός του οσίου Ιωσήφ Ησυχαστή), ρώτησε κάποτε τον Γέροντα Αρσένιο Σπηλαιώτη (συνασκητή του οσίου Ιωσήφ):

-Γέροντα, όταν έφυγες από τον κόσμο τι απ’ όλα κατάλαβες ότι σου στοίχισε;

-Ε, αγαπούσα όλους τους δικούς μου και προ πάντων τα ορφανά αδελφάκια μου. Όμως στη μητέρα μου απέκτησα μια ιδιαίτερη αδυναμία. Ήταν πραγματικά αγία ψυχούλα, αλλά και μια ζωή ζήσαμε μαζί. Με έπλενε, με σιδέρωνε, με περιποιόταν κ.λπ. Όταν καμιά φορά για να με πολεμήσει ο πειρασμός την έφερνε στη μνήμη μου, ο πόθος της πήγαινε να μου φάει τα σπλάγχνα.

Αφού, λοιπόν, βρήκε ο σατανάς φάρμακο να με βασανίζει, τότε τι έκανα; Σκέφτηκα ότι όσοι αρνηθήκαμε τη μάνα μας, στο έξης έχουμε μητέρα την Παναγία μας. Λοιπόν, πέφτω κάτω στο έδαφος με φωνές και κλάματα λέγοντας: «Παναγία μου! Τρέξε σε παρακαλώ! Σβήσε μου τον πόθο της μάνας μου. Εσύ είσαι πια μανούλα μου. Δεν θέλω σαρκική μάνα· εσένα και μόνον θέλω. Βοήθησέ με».

Λέγοντας όλα αυτά με όλη μου την ψυχή, τότε μια πύρινη φλόγα με αγκάλιαζε αισθητά και συγχρόνως έμπαινε μέσα μου μια τόσο φλογερή αγάπη προς την Παναγία μας, ώστε όχι μάνα να ξεχνάς, αλλά να σβήνουν όλες οι άλλες γενικά επιθυμίες και μόνο την Παναγία να σκέφτεσαι σαν να ζεις και να αισθάνεσαι μέσα σου ένα γλυκύτατο παράδεισο.

Μα άλλο τίποτε δεν λες εκείνη την ώρα παρά μόνο: «Παναγία μου, Παναγία μου, γλυκιά μανούλα, Παναγία μου· πάρε με τώρα, αυτήν τη στιγμή κοντά σου· σε λαχταρώ· δεν αντέχω τον χωρισμό σου· εσένα ποθώ· εσένα θέλω».

Αυτό μου συνέβη μερικές φορές, διότι για να δοκιμαστούμε μας αφήνει η Χάρις ξανά, να παλέψουμε, αλλά και πάλι έρχεται.

Έτσι, λοιπόν, τόσο μάρανε η αγάπη της Παναγίας μας τον πόθο της μητέρας μου, ώστε και παρόλο ότι πολλές φορές με παρακαλούσε στο γράμμα· «έλα παιδί μου· ας είναι και στην Ουρανούπολη, βγες να σε δω», δεν την άκουσα.

Μετά την Κοίμηση του Γέροντά μου (του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή στις 16 Αυγούστου 1959), όταν ξανά με ενοχλούσε, τότε σκέφτηκα κι εγώ μια συμβιβαστική λύση.

Της γράφω: «Να βγούμε και οι δυο στη Θεσσαλονίκη, υπό τον όρο ότι θα δεχθείς να γίνεις καλογριά».

Ήξερα ότι η μάνα μου ζούσε σε όλα τα χρόνια της, πιο αυστηρά από καλογριά γι’ αυτό και της άρμοζε το αγγελικό σχήμα. Έτσι κι έγινε. Γύρω στο 1961, βγήκα έξω στη Θεσσαλονίκη, την έκανα καλόγρια και την ονόμασα Μάρθα Μοναχή. Έκτοτε πάλι δεν την ξανάδα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτη, Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης, Ο διδάσκαλος της νοεράς προσευχής.

 

 

 

 

Προσθήκη σχολίου