
Φαίνεται σαν να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, αλλά στην ουσία δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι θρησκευτικές γιορτές σημάδεψαν τη ζωή. Αν και όλοι πήγαιναν στην εκκλησία, δεν γνώριζαν, φυσικά, όλοι το ακριβές περιεχόμενο κάθε γιορτής.
Για πολλούς, ίσως για την πλειοψηφία, η γιορτή ήταν πάνω απ’ όλα μια ευκαιρία να κοιμηθούν καλά, να φάνε καλά, να πιούν και να ξεκουραστούν.
Παρόλο αυτά, νομίζω πώς ο καθένας αισθανόταν, αν όχι εντελώς συνειδητά, πως με την κάθε γιορτή στη ζωή του εισέβαλε κάτι το υπερβατικό και ακτινοβόλο, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με έναν κόσμο από διαφορετικές πραγματικότητες, με την υπόμνηση κάποιου ξεχασμένου πράγματος, κάποιου πράγματος που το είχε πνίξει η ρουτίνα, το κενό και η φθορά της καθημερινής ζωής.
Σκεφτείτε τα ονόματα των ίδιων των εορτών: Εισόδια, Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Υπαπαντή, Μεταμόρφωση.
Αυτές οι λέξεις, με την ιεροπρέπειά τους και μόνο, την απόστασή τους από την καθημερινή ζωή, και τη μυστηριακή τους ομορφιά αφύπνιζαν κάποια ξεχασμένη μνήμη, προσκαλούσαν, έδειχναν κάτι, Η γιορτή ήταν ένα είδος νοσταλγικού στεναγμού για μια χαμένη ομορφιά, που ακόμη μας νεύει, ενός στεναγμού για κάποιον άλλον τρόπο ζωής.
Ο σύγχρονος κόσμος, ωστόσο, έχει γίνει μονότονος και ανεόρταστος. Ακόμη και οι κοσμικές γιορτές μας αδυνατούν να κρύψουν αυτή τη στάχτη της λύπης και της απελπισίας πού κατακάθεται πάνω μας, επειδή ουσία του εορτασμού είναι η εμπειρία του να σε συνεπαίρνει μια διαφορετική πραγματικότητα, η εισβολή σε έναν κόσμο πνευματικής ομορφιάς και φωτός.
Αν, όμως, δεν υπάρχει αυτή η πραγματικότητα, αν ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτε για να γιορτάσεις, τότε καμία τελική ανάταση δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει μια γιορτή.
(†) π. Αλέξανδρος Σμέμαν



