
Κίνησαν να συναντήσουν τον άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, ένας ιερέας και δυο λαϊκοί φοιτητές.
Ο ένας εκ των φοιτητών άρχισε να δυσπιστεί μπροστά στον Γέροντα, και υποστήριζε ότι δεν αποδέχεται την ευωδία και χάρη των ιερών λειψάνων των Αγίων της Ορθοδοξίας μας.
Ο παπά Εφραίμ έσκυψε το κεφάλι του προς το μέρος της καρδιάς, σιώπησε και προσευχόταν.
Και, ω του θαύματος! Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε τον τόπο που κάθονταν. Οι προσκυνητές έβαλαν συγκλονισμένοι τα κλάματα!
Και ο ταπεινός παπά Εφραίμ, γύρισε προς τον έως τότε δύσπιστο φοιτητή, τον κοίταξε πατρικά και με αρχοντική αγάπη και αγιαστική απλότητα, του είπε: «Να, επειδή δεν ακούς εμένα, εζήτησα από τον Άγιο Θεό να σου δώσει Εκείνος απάντηση περί της ευωδίας των ιερών λειψάνων».



