
Το λεωφορείο σταματά και η Ευαγγελία με την ψυχή στο στόμα μόλις που πρόλαβε να βάλει και τα δύο της πόδια στο σκαλοπάτι και να ανέβει. Σε μισή ώρα ξεκινά η βάρδια. Έχει αγχωθεί τόσο πολύ που ξέχασε να ακυρώσει το εισιτήριό της. Δυστυχώς γι’ αυτήν, μέσα στο λεωφορείο υπάρχει ελεγκτής. Ζητά το εισιτήριό της. Εκείνη φανερά αγχωμένη προσπαθεί να εξηγήσει ότι δεν είναι τζαμπατζής, απλά δεν πρόλαβε να το ακυρώσει. Ο ελεγκτής ανένδοτος της μιλά ειρωνικά. Προσπαθεί να την κατεβάσει πιάνοντάς την από το χέρι. Η Ευαγγελία, νοσηλεύτρια σε κεντρικό νοσοκομείο της Αθήνας, προσπαθεί να αποφύγει τον «διασυρμό» παρακαλώντας τον ελεγκτή να την αφήσει να ακυρώσει το εισιτήριο. Εκείνος, αφού γελά ειρωνικά, την κατεβάζει από το λεωφορείο.
Η Ευαγγελία, από ένστικτο και φόβο, το βάζει στα πόδια. Για καλή της τύχη, είναι κοντά στην κλινική. Χώνεται μέσα και λαχανιασμένη ανεβαίνει στον τρίτο με τα πόδια. Στο χειρουργείο. Ντύνεται βιαστικά, καλημερίζει ακόμα πιο βιαστικά τους υπόλοιπους και μπαίνει στην αίθουσά της. Το σημερινό χειρουργείο; Τροχαίο. Το θύμα, ένα παιδί δώδεκα χρονών. Ο νοσηλευτής της αναισθησίας δίνει τον ύπνο και τη μυοχάλαση που έχει ετοιμάσει στον αναισθησιολόγο και βοηθά στη διασωλήνωση. Το παιδί κοιμήθηκε. Ο χειρουργός μπαίνει στην αίθουσα. Όλοι στις θέσεις τους. Το σκηνικό μοιάζει με σκηνή από ηρωική ταινία. Από τη μία πλευρά οι στρατιώτες με τα πράσινα και τα μπλε. Από την άλλη ο μαύρος στρατηγός με το δρεπάνι. Στη μέση το παιδί. Το παιδί. Πρέπει να σωθεί το παιδί!
Έξω, η μάνα προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Κοιτά από τη χαραμάδα της πόρτας μήπως δει κάποιον να της δώσει μια πληροφορία. Μετά από δέκα λεπτά καταφθάνει και ο πατέρας αλαφιασμένος. Μαζί προσπαθούν να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλον. Μέσα είναι το μονάκριβο αστέρι τους. Και η μοίρα του είναι σε ξένα χέρια. Μετά από τέσσερις; ατελείωτες, βασανιστικές ώρες, βγαίνει ο χειρουργός από την αίθουσα φανερά κουρασμένος. Το παιδί είναι στην ανάνηψη. Μαζί με την Ευαγγελία.
Ο χειρουργός συναντιέται με τους γονείς του μικρού και τους εξηγεί ότι όλα πήγαν καλά. Η μάνα λιποθυμά. Ο πατέρας ζητά να δει το παιδί. Ο γιατρός επιτρέπει στον πατέρα να μπει για δύο λεπτά στην ανάνηψη. Η Ευαγγελία είναι ακόμα με τη μάσκα στο πρόσωπο, στο προσκέφαλο του μικρού, και του χαϊδεύει το κεφάλι. Βλέπει τον πατέρα να πλησιάζει και τη λούζει κρύος ιδρώτας. Βγάζει τη μάσκα. Ο πατέρας κοιτάζει στα μάτια την Ευαγγελία. Δεν μπορεί! Δεν είναι δυνατόν! Είναι η «παράνομη». Και οι δύο μένουν στήλη άλατος για δύο λεπτά. Η Ευαγγελία νιώθει σαν το ανυπεράσπιστο ελάφι που το έχει βάλει σημάδι το λιοντάρι.
–Κύριε, το παιδί είναι καλά. Είμαι εδώ να το προσέχω για να ξυπνήσει ομαλά. Μην ανησυχείτε. Σύντομα θα σηκωθεί και όλα θα είναι όπως πριν.
–Συγχώρεσέ με, παιδί μου! Αυτή η παλιοδουλειά μας κάνει απάνθρωπους πολλές φορές. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους αγγέλους από τους διαβόλους.
–Ηρεμήστε, κύριε. Σε λίγο το παιδί θα πάει στην κλινική και εκεί θα μπορείτε να του μιλήσετε. Για την ώρα θα μείνει μαζί μου.
–Με συγχωρείς, παιδί μου; ρώτησε με σκυμμένο κεφάλι ο πατέρας.
–Ηρεμήστε, κύριε, απάντησε πάλι η Ευαγγελία. Πηγαίνετε στον θάλαμο και θα έρθει και ο μικρός.
Ο πατέρας με σκυφτό το κεφάλι πηγαίνει προς την κλινική. Γυρίζει και κοιτά πίσω. Η Ευαγγελία ακόμα χαϊδεύει το κεφάλι του μικρού. Κάτι του λέει. Επιστρέφει και τη ρωτά τι του είπε.
–Του είπα να ξυπνήσει τώρα γιατί ήρθαν οι άνθρωποι που τον αγαπάνε.
Ο πατέρας βγάζει ένα χαρτονόμισμα και προσπαθεί να το δώσει στην Ευαγγελία.
–Ξύπνα αγόρι μου. Ο μπαμπάς είναι εδώ και θέλει να σου δώσει χαρτζιλίκι, είπε η νοσηλεύτρια Ευαγγελία.
Έβαλε το χαρτονόμισμα στο φορείο και έφυγε.
Ο πατέρας ήθελε να πέσει στα πόδια της να την ευχαριστήσει. Για το μεγαλείο ψυχής. Για τη συγχώρεση που ήθελε. Για το αγόρι του που σφίγγει πάλι στην αγκαλιά του. Η Ευαγγελία μπήκε σε άλλη αίθουσα. Η βάρδια δεν τελείωσε ακόμα…
Λάμπρος Λιάπης
Πηγή: proskynitis.blogspot.com



