Δεν υπάρχουν σχόλια

Γιατί οι γονείς έπαψαν να είναι γονείς;

Η καταγραφή του περιστατικού είναι ακριβής και από πρώτο χέρι. Συμβαίνει εδώ και λίγες εβδομάδες σε δημόσιο δημοτικό σχολείο στην Ελλάδα: αγόρι στην πρώτη τάξη έχει δυσκολίες έκφρασης. Το παρακολουθεί λογοθεραπευτής. Συμμαθητές του –ίσως και από άλλες τάξεις– το κλείνουν στην αίθουσα και εκ περιτροπής το χαστουκίζουν. Όταν εκείνο κλαίει το πείθουν ότι πρόκειται για παιχνίδι και δεν πρέπει να μιλήσει σε κανέναν. Η τιμωρία, όμως, δεν σταματάει εδώ. Επιστρατεύουν και την αδελφή του, λίγο μεγαλύτερη, να συμμετάσχει στο «παιχνίδι» απειλώντας την ότι, αν δεν το κάνει, θα της πάρουν το σακίδιο και θα το καταστρέψουν. Το αγοράκι εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα άρνησης για το σχολείο, παρότι στην αρχή πήγαινε με ενθουσιασμό. Ένα βράδυ, την ώρα του ύπνου, η μητέρα ακούει θόρυβο και αντιλαμβάνεται ότι η αδελφή του έχει σηκωθεί και τον χαστουκίζει στο κρεβάτι του. Όταν εμβρόντητη ρωτάει τι κάνει ακριβώς, η μικρή την καθησυχάζει: «Είναι παιχνίδι, μαμά, που παίζουμε στο σχολείο».

Δύο χρόνια μετά την προβολή της βελγικής ταινίας «Στην αυλή του σχολείου», η ίδια πραγματικότητα αποσβολώνει και πάλι. Σαν να μην υπάρχει διάκριση ανάμεσα στη μυθοπλασία και στη ζωή. Στην ταινία, η 7χρονη Νόρα δυσκολεύεται να αφήσει το χέρι του πατέρα της για να περάσει στη σχολική επικράτεια. Το πρόβλημα δεν είναι με την ίδια, αλλά με τον μεγαλύτερο αδελφό της, Αμπέλ, ο οποίος υφίσταται συστηματικό και βίαιο εκφοβισμό από τους συμμαθητές του. Παρακολουθεί τον διαρκή εξευτελισμό του και τους τραυματισμούς του, προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά εκείνος αρνείται, της απαγορεύει, δε, να ενημερώσει και τον πατέρα τους.

Η τρέχουσα επικαιρότητα μας κυκλώνει διαρκώς με το ίδιο θέμα σε παραλλαγές: εκφοβισμός, βία, εξευτελισμός παιδιών από παιδιά. Το περιστατικό με το άγριο μπούλινγκ τριών μαθητών εις βάρος 14χρονου στην Αγία Παρασκευή και οι απειλές εναντίον της οικογένειάς του, επειδή ειδοποίησε την αστυνομία, μας δίνει τη δυνατότητα να μετατοπίσουμε τον προβολέα: από τα παιδιά στους γονείς. Οι θύτες φυγαδεύτηκαν από τους ίδιους τους γονείς, προκειμένου να αποφύγουν τις συλλήψεις και το αυτόφωρο.

«Οι γονείς κινούνται προς την κατεύθυνση τού να καλύπτουν τα παιδιά τους, γιατί στην ουσία καλύπτουν τον εαυτό τους», λέει στην «Καθημερινή» (11/01) ο ψυχίατρος Αθανάσιος Αλεξανδρίδης. Το αυτόφωρο, η σύλληψη, η κράτηση «αποτελούν ένα τελετουργικό στο πλαίσιο της κοινωνίας που μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά αυτά να συνειδητοποιήσουν τι έκαναν», εξηγεί. «Οι άνθρωποι αυτοί εμποδίζουν τα παιδιά τους να καταλάβουν πόσο ακραίο είναι αυτό που έκαναν».

Γιατί και από πότε οι γονείς έπαψαν να είναι γονείς και έγιναν οι κολλητοί τους, οι υμνωδοί τους, τυφλοί, ένοχοι, ενοχικοί και μοιραίοι; Πώς παρερμηνεύτηκε ο ρόλος τόσο ώστε να είναι, πλέον, αγνώριστος; Ποια μετάλλαξη του επιφύλαξαν ο χρόνος και οι εποχές, μεταμορφώνοντας αυτό που θα έπρεπε να είναι μια ήρεμη δύναμη σε ασυνάρτητη μεταβλητή;

Η συμπεριφορά του παιδιού αποτελεί σύμπτωμα της οικογένειας, δεν υπάρχει αμφιβολία. Όπως και ότι η ενδοοικογενειακή βία, φανερή ή λανθάνουσα, εγγράφεται στον παιδικό/εφηβικό ψυχισμό. Από εκεί και πέρα, ο δρόμος είναι ανοιχτός, χωρίς όρια και εξωτερικές απαγορεύσεις. Η κατανόηση μεταφράζεται σε παροχές χωρίς τέλος, η αδιαφορία ή η κόπωση εξαργυρώνονται με κάθε μορφής και περιεχομένου «ξεφορτώσου με», με ανταλλάγματα για να λοξοδρομήσει ο γονιός από τα δύσκολα· που έτσι γίνονται δυσκολότερα. Το έλλειμμα φροντίδας, ψυχικής και πνευματικής, είναι και έλλειμμα ευθύνης· δεν υποκαθίσταται από ελευθερίες ανάπηρες, που συγγενεύουν με την ασυδοσία. Αναλαμβάνω την ευθύνη του παιδιού δεν σημαίνει καταργώ την τιμωρία. Το προστατεύω, δεν σημαίνει το κρύβω ή το δικαιολογώ.

Γονείς σε επιθετική σύγχυση, σε πανικό· η ενηλικίωσή τους είναι σαν να μη συντελέστηκε ποτέ. Αενάως παραβατικά παιδιά και οι ίδιοι. Και το όριο ποιος θα το θέσει αν όχι οι γονείς; Χωρίς αυτό οι γόνοι τρελαίνονται. Η ευθύνη μετακυλίεται ανεπεξέργαστη και ανέπαφη στο σχολείο. Κι εκεί ποιοι, πώς, (για) πόσο; Πώς ανακτάται ο σεβασμός στον εαυτό και στον άλλον, η μόνη διαδρομή που οδηγεί στην ωριμότητα;

 

Της Μαρίας Κατσουνάκη

 

Πηγή: kathimerini.gr

 

Προσθήκη σχολίου