
Κάποτε προσευχόμουνα γιὰ μία ἐξαδέλφη μου πολὺ πονεμένη. Αὐτή, ὅμως, εἶχε μπλέξει μὲ τὴ μαγεία. Ἡ προσευχή μου ἦταν θερμὴ καὶ ἐπίπονη. Ξεπέρασα κάθε ὅριο, παρακαλῶντας:
«Χριστέ μου, γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες πάνω στὸν σταυρό, ἐλέησε κι αὐτὴν τὴν ψυχή!».
Μὰ ξαφνικὰ ἔφαγα ἕναν μπάτσο, ποὺ ἦταν ὅλος δικός μου! Ὁ Θεὸς ὅλα τὰ ἀνέχεται, ἀλλὰ τὴ μαγεία… μακριά!
Ἐπιχείρησα ἄλλη μιὰ φορὰ κάτι τέτοιο καὶ ἐρέθισα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ πρόλαβα καὶ ζήτησα συγγνώμη. Ἔτσι δὲν ἔφαγα τὸν μπάτσο. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι φόβος καὶ τρόμος.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, τὰ μάγια δὲν πιάνουν. Καὶ καθαρὸς, ἐννοῶ, ὅταν λειτουργεῖται, ὅταν ἐξομολογεῖται, ὅταν μεταλαμβάνει συχνά.
Κάποτε πέρασε ἕνας νέος, ὁ Ν., καὶ μοῦ εἶπε:
-Γέροντα, μοῦ ἔκανε κάποιος στρατιώτης μάγια, καὶ τώρα δὲν μπορῶ νὰ παντρευτῶ τὴν Ε.
-Πήγαινε, τοῦ λέω, στὸν παπα-Χαράλαμπο τὸν Βασιλόπουλο. Αὐτὸς γνωρίζει ἀπὸ μάγια.
Πραγματικά, πῆγε νὰ τὸν συμβουλευτεῖ, κι ἐκεῖνος τὸν ρώτησε:
-Τὸν καιρὸ ποὺ σοῦ κάναν τὰ μάγια, κοινωνοῦσες;
-Ὄχι.
-Γι’ αὐτό, παιδί μου, σ’ ἔπιασαν τὰ μάγια.
Ὕστερα ἀπὸ ἕξι χρόνια, ἦρθε πάλι νὰ μὲ δεῖ.
-Τί γίνεσαι, Ν.; τὸν ρωτάω. Πῆρες τὴν Ε.;
-Οὔτε ἐγὼ παίρνω ἄλλην, μοῦ ἀπαντάει, οὔτε ἐκείνη ἄλλον.
Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης



