
Όταν πληροφορήθηκε ο Μέγας Αντώνιος ότι ο άγιος Παύλος ο απλός έχει τέλεια ψυχή, αφού ήταν τόσο απλός και τον βοηθούσε και η Χάρη, του έφτιαξε ένα κελί σε απόσταση τριών – τεσσάρων σημείων και του λέει:
«Έγινες μοναχός! Μείνε μόνος για να αποκτήσεις και πείρα των δαιμόνων».
Αφού έμεινε, λοιπόν, εκεί ένα χρόνο ο Παύλος, αξιώθηκε χαρίσματος εναντίον δαιμόνων και νοσημάτων.
Κάποτε έφεραν στον Αντώνιο ένα δαιμονισμένο, με δαιμόνιο φοβερό, που είχε αρχοντικό πνεύμα, που έβριζε και τον ίδιο τον Ουρανό. Αφού πρόσεξε, λοιπόν, ο Αντώνιος, λέει σ᾽ αυτούς που τον έφεραν:
«Δεν είναι δική μου αυτή η δουλειά, γιατί δεν αξιώθηκα χαρίσματος εναντίον αυτού του τάγματος του αρχοντικού. Αυτή είναι του Παύλου».
Τους πήρε, λοιπόν, και τους οδήγησε στον Παύλο και του λέει:
«Αββά Παύλε, βγάλε το δαιμόνιο αυτό από τον άνθρωπο να γυρίσει σπίτι του υγιής».
Του λέει ο Παύλος:
«Γιατί όχι εσύ;».
Του λέει ο Αντώνιος:
«Εγώ δεν ευκαιρώ. Έχω άλλη δουλειά».
Τον άφησε, λοιπόν, ο Αντώνιος και γύρισε στο κελί του.
Σηκώθηκε τότε ο Γέροντας και αφού προσευχήθηκε θερμά, λέει στον δαιμονισμένο:
«Είπε ο αββάς Αντώνιος να βγεις από τον άνθρωπο».
Ο δαίμονας βλασφημώντας, φώναξε λέγοντας:
«Δεν βγαίνω, κακόγηρε».
Πήρε τότε τη μηλωτή και τον χτυπούσε στα νώτα λέγοντας:
«Βγες! Το είπε ο αββάς Αντώνιος».
Και χλευάζει ο δαίμονας περισσότερο και αυτόν και τον Αντώνιο
Στο τέλος του λέει:
«Ή βγαίνεις ή πάω και το λέω του Χριστού. Μα τον Ιησού! Αν δεν βγεις τώρα αμέσως, πάω και το λέω στον Χριστό και αλίμονό σου τι έχει να σου κάνει».
Αλλά ο δαίμονας πάλι κακολογούσε φωνάζοντας:
«Δεν βγαίνω!».
Αφού πείσμωσε, λοιπόν, ο Παύλος κατά του δαίμονα, βγήκε από το κελί του μέσα στο καταμεσήμερο (το λιοπύρι της Αιγύπτου είναι σαν την κάμινο της Βαβυλώνας). Και αφού στάθηκε πάνω σε μια πέτρα στο μέσο του όρους, προσεύχεται και λέει τα εξής:
«Εσύ βλέπεις Ιησού Χριστέ, που σταυρώθηκες επί Ποντίου Πιλάτου, ότι δεν θα κατεβώ από την πέτρα, δεν θα φάω και δεν θα πιώ μέχρι να πεθάνω, αν δεν βγάλεις το πνεύμα από τον άνθρωπο και τον ελευθερώσεις».
Και πριν να τελειώσουν τα λόγια στο στόμα του, έκραξε ο δαίμονας λέγοντας:
«Ω, συμφορά! Διώκομαι! Η απλότητα του Παύλου με διώχνει και πού να πάω;».
Και αμέσως βγήκε το πνεύμα και μεταμορφώθηκε σε δράκοντα μεγάλο, εβδομήντα πήχεων που σερνόταν προς την Ερυθρά Θάλασσα, για να επαληθευθεί το ειπωμένο: «Ἐπιδεικνυμένην πίστιν ἀπαγγέλλει δίκαιος» (Παρ. Σολ. 17, 12).
Αυτό είναι το θαύμα του Παύλου που επονομάστηκε «απλός» από όλη την αδελφότητα.
Απόσπασμα από το βιβλίο Λαυσαϊκή ιστορία, εκδ. Ι. Μ. Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, 1980.



