
Το ψαλτήρι είναι κάτι ζωντανό, ένα σώμα ζωντανό. Και ο πεντηκοστός (Ν΄) ψαλμός είναι η καρδιά αυτού του σώματος, η καρδιά του ψαλτηρίου. Όπως και η μετάνοια είναι η πνευματική καρδιά του ανθρώπου. Χωρίς μετάνοια δεν μπορεί να ζήσει η ψυχή του ανθρώπου. Όπως ο 50ος ψαλμός, ο ψαλμός της μετανοίας, είναι η καρδιά του ψαλτηρίου, έτσι και η μετάνοια είναι η πνευματική μας καρδιά.
Ο Δαυίδ μέσα στη μετάνοιά του, την ταπείνωσή του και τη λατρεία του, συναντά τον Θεό, ο Θεός τον πληροφορεί και μέσα από αυτήν τη συνάντηση, γεννιέται το ψαλτήρι. Το ψαλτήρι είναι ένα δυνατό όπλο, γιατί μέσα σε αυτό μπορεί ο άνθρωπος να δει τη δική του αμαρτία, την αποστασία του, την κατάσταση της διανοίας και του μυαλού του, την απομάκρυνση του από τον Θεό, την αρετή του, αλλά μπορεί να δει και την αγάπη και το έλεος του Θεού. Και όταν ο άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του και μπορεί να δει και τον Θεό του, τότε έχει δει τα πάντα.
Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε τον 50ο ψαλμό από στήθους. Τον ακούμε στις Ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Και όταν ξεκινά η γλώσσα μας να λέει το «ἐλέησόν με ὁ Θεός…» τρέχει και πολύ γρήγορα φτάνει στο τέλος του ψαλμού. Όμως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι μπορεί η γλώσσα να τρέχει, αλλά η ψυχή να μην σκαρφαλώνει, να μην ανεβαίνει. Και μόνο το ««ἐλέησόν με» είναι μία θέση της ψυχής, μία κατάσταση της καρδιάς. Βιαζόμαστε να πούμε τον ψαλμό και τρέχουμε. Όμως όσο εύκολο είναι να τον μάθουμε και να τον πούμε, τόσο δύσκολο είναι να ζήσουμε, ακόμα και την πρώτη λέξη του.
Το «ἐλέησόν με» είναι ένα ύψος στο οποίο σκαρφαλώνει η ψυχή και έχει μια ιδιαίτερη θέα. Από το ύψος του ««ἐλέησόν με» βλέπω τον Θεό. Πως μπορεί κάποιος να φτάσει στο ««ἐλέησόν με»; Αν θέλω να ανέβω, πρέπει να κατέβω, να ταπεινωθώ. Για να δω αυτόν τον Θεό, πρέπει να πάω στο ««ἐλέησόν με». Και για να πάω πρέπει να κατέβω, δηλαδή να ταπεινωθώ. Να κατέβω μέσα στην ίδια μου τη ζωή, να βυθιστώ μέσα στην ψυχή μου. Γιατί εκεί είναι ο τόπος συνάντησης με τον Θεό. Η καρδιά η ταπεινή, η συντετριμμένη, η μετανοημένη είναι εκείνη η οποία μπορεί να δει τον Θεό.
Όταν ο άνθρωπος νιώσει την πτώση του, όταν πραγματικά ταπεινωθεί και ουσιαστικά μετανοήσει, υπάρχει το «αλλά» του Θεού, όπως το είπε στον απόστολο Παύλο, «ἀλλά ἀνάστηθι». Μέσα στον ψαλμό δεν φαίνεται μόνο η θέση της μετανοίας, αλλά και όλος ο πνευματικός μηχανισμός της. Γνωρίζω τον εαυτό μου, βλέπω απέναντι την αγάπη του Θεού και καταλαβαίνω ποιος είναι αυτός που μπορεί να με καθαρίσει. Όταν ο άνθρωπος μπει στο πνευματικό ταξίδι της μετανοίας, ένα πράγμα βλέπει, μόνο Θεό. Γίνεται τόσο αισθητή η παρουσία του Θεού, που μόνο Αυτόν βλέπει και συνειδητοποιεί ότι όλα τα έχει πράξει απέναντι Του.
Ο άνθρωπος της μετανοίας δεν είναι ο άνθρωπος της επιφάνειας, αλλά αυτός που θα βυθιστεί στο βάθος της ζωής, της υπάρξεως και της ψυχής του. Και θα φτάσει να ερευνήσει ακόμη και τα αμαρτητικά σκιρτήματα των παιδικών του χρόνων. Γιατί η μετάνοια είναι αποκάλυψη Θεού και αποκάλυψη της κατάστασης, της ζωής, της ψυχής και της πορείας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος της μετανοίας είναι προφήτης. Από τη στιγμή που βλέπει μέσα από τη μετάνοια τον Θεό, μπορεί να δει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Μπορεί να υπάρξει μετάνοια χωρίς αλήθεια; Η αλήθεια για εμάς είναι πρόσωπο, είναι ο Χριστός. Για να δεις την Αλήθεια που είναι ο Θεός, πρέπει να δεις πρώτα την αλήθεια της δικής σου ζωής.
Μέσα από αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος μπορεί να βρει την ειρήνη και την αγαλλίαση. Κρατώντας με ταπείνωση τη μετάνοια, στοχεύεις τον Θεό και έτσι μόνο μπορείς να γευτείς τη χαρά, την ειρήνη και την αγαλλίαση. Ο άνθρωπος που μετανοεί, γίνεται ένα πανεπιστήμιο που διδάσκει ευσέβεια. Ο μετανοημένος άνθρωπος δεν χρειάζεται να μιλήσει, μιλάει η στάση του, το βλέμμα του, η σιωπή του. Η μετανοημένη ζωή είναι το μεγαλύτερο κήρυγμα. Το σπουδαίο είναι να γίνει ο άνθρωπος θυσιαστήριο πάνω στο οποίο θα θυσιάζει το θέλημα του, την αμαρτία του. Και μέσα από αυτήν τη θυσία θα παίρνει τον ίδιο τον Θεό. Αυτήν τη θυσία ζητάει ο Θεός.
Η μετάνοια δεν είναι αδυναμία, είναι δύναμη, ισοδύναμη της αγάπης και της ελπίδας. Και είναι επιστροφή στην καθαρή φύση, στην υψηλή θέση και στην ιδιότητα του ανθρώπου ως παιδί του Θεού.
† π. Σπυρίδων Βασιλάκος (εφημέριος Ι.Π.Ν. Ευαγγελιστού Λουκά Θηβών)



