
Το έτος 1925 ήρθε στην Ιερά Μονή Διονυσίου ένας δαιμονισμένος. Μετά το Απόδειπνο ευρισκόμενος στο δωμάτιό του άρχιζε να τραγουδά μεγαλοφώνως και να χορεύει μανιωδώς, χτυπώντας με θόρυβο τα πόδια του στο πάτωμα, μέχρι εξαντλήσεως.
Οι πατέρες και οι αδελφοί αναγκαζόντουσαν να του δένουν χέρια και πόδια, προς αναγκαστική, θα λέγαμε, ανάπαυση. Αλλά λυνόταν, σαν να τον είχαν δέσει με μία κλωστή.
Μια μέρα ένας έμπειρος αδελφός τον έδεσε με καινούργιο σχοινί. Κατά την ώρα εκείνη το δαιμόνιο, που κατοικούσε μέσα του, φώναζε: «Δέσε με, καλόγερε, και θα δεις πού θα πάνε τα σχοινιά». Όντως, μετά από δύο ώρες βρέθηκε λυμένος και το σχοινί ήταν πεταγμένο στον κήπο.
Μια μέρα, μετά τον εξαντλητικό χορό, έτρεξε ο γέρων-Βησσαρίων να του δώσει ένα κανάτι νερό να πιεί, στο οποίο έριξαν αγιασμό.
– Έλα Γιαννάκη, παιδί μου, να πιείς κρύο νερό, του είπε.
Αυτός λαχανιασμένος καθώς ήταν, με λαχτάρα άρχισε να πίνει. Με τις πρώτες σταγόνες, όμως, αισθάνθηκε, όπως έλεγε, κάψιμο στον λαιμό.
– Φτου, φτου, μ’ έκαψες καλόγερε! Μ’ έκαψες, είπε και το έφτυσε.
Ω του παραδόξου θαύματος! Όλοι θαύμασαν την ενέργεια της Χάριτος, που έχει ο αγιασμός.
Μετά δοκίμασαν να του δώσουν άλλο νερό, απλό, χωρίς αγιασμό. Το ήπιε με βουλιμία… Επί ένα μήνα του διάβαζαν τους εξορκισμούς και βελτιωθείς αναχώρησε.
Μια φορά τον ρώτησαν:
– Τι φοβάσαι περισσότερο; Τον αγιασμό, το αντίδωρο ή τη Θεία Κοινωνία;
Το δαιμόνιο απάντησε:
– Εάν φυλάγατε αυτό που μεταλαμβάνετε στην Εκκλησία, κανένας από εμάς δεν θα μπορούσε να σας βλάψει.
– Γιατί, Γιάννη τη φοβάσαι τη Θεία Μετάληψη;
– Άφησε τον Γιάννη, μην τον ρωτάς. Μόνο άκουσε εμένα τι σου μιλώ, είπε. Δεν σου μιλάει ο Γιάννης. Λύσε με να δώσω μια βουτιά στη θάλασσα και να βρεθώ αμέσως στην Αθήνα!
Αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, Αθωνικό Γεροντικό, σσ.208-209.



