
Η Σμύρνη καιγόταν πριν ακόμη παραδοθεί στις φλόγες. Οι δρόμοι της ήταν γεμάτοι φόβο, προδοσία, απελπισία και σιωπηλές κραυγές ανθρώπων που καταλάβαιναν πως ένας ολόκληρος κόσμος έσβηνε. Μέσα σε εκείνες τις τελευταίες ώρες του ελληνισμού της Ιωνίας, ένας άνθρωπος δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης έμεινε όρθιος, γνωρίζοντας ότι βάδιζε προς το μαρτύριο.
Περίπου τέτοιες μέρες πριν 104 χρόνια, δύο μόλις ημέρες πριν από τον φρικτό θάνατό του από τον μανιασμένο όχλο, πήρε την πένα του για να γράψει μία ύστατη επιστολή προς τον άνθρωπο στον οποίο ακόμη πίστευε πως μπορούσε να σώσει τον ελληνισμό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κείμενο. Είναι η κραυγή ενός έθνους που καταρρέει. Η εξομολόγηση ενός ιεράρχη που βλέπει τον θάνατο να πλησιάζει. Η τελευταία αγωνιώδης παράκληση της Σμύρνης πριν χαθεί για πάντα, που πρέπει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα που σέβεται τον εαυτό του και την ιστορία του.
Ἐν Σμύρνῃ
25 Αὐγούστου 1922
Ἀγαπητέ φίλε καὶ ἀδελφέ κ. Ἐλευθέριε Βενιζέλε,
Ἐπέστη ἡ μεγάλη ὥρα τῆς μεγάλης ἐκ μέρους σας χειρονομίας. Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀλλὰ καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καταβαίνει πλέον εἰς τὸν Ἅδην, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καμμία πλέον δύναμις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ καὶ νὰ τὸ σώσῃ.
Τῆς ἀφαντάστου ταύτης καταστροφῆς βεβαίως αἴτιοι εἶναι οἱ πολιτικοὶ καὶ προσωπικοὶ σας ἐχθροί, πλην καὶ Ὑμεῖς φέρετε μέγιστον τῆς εὐθύνης βάρος διὰ δύο πράξεις Σας.
Πρῶτον, διότι ἀπεστείλατε εἰς Μ. Ἀσίαν ὡς Ὕπατον Ἀρμοστὴν ἕνα παράφρονα καὶ ἐγωιστήν. Καὶ δεύτερον, διότι πρὸ τοῦ ἀποπερατώσητε τὸ ἔργον σας καὶ θέσητε τὴν κορωνίδα καὶ τὸ ἐπιστέγασμα ἐπὶ τοῦ ἀνεγερθέντος ἀφαντάστως ὡραίου καὶ μεγαλοπρεποῦς δημιουργήματός Σας, τῆς καταθέσεως τῶν θεμελίων τῆς περικλεεστάτης ποτέ Βυζαντινῆς μας Αὐτοκρατορίας, εἴχατε τὴν ἀτυχή καὶ ἔνοχον ἔμπνευσιν νὰ διατάξητε ἐκλογὰς κατ’ αὐτὰς ἀκριβῶς τὰς παραμονὰς τῆς εἰσόδου Σας εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ τῆς καταλήψεως αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν – οἴμοι – διὰ παντὸς καταστραφείσης Συνθήκης τῶν Σεβρῶν.
Ἀλλὰ γέγονεν τὸ γέγονεν.
Ἀκόμη ὅμως ὑπάρχει καιρὸς, ἂν ὄχι νὰ σωθῇ ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ἀλλὰ τουλάχιστον νὰ μὴ καταστραφῇ τελείως τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος διὰ τῆς ἀπωλείας ὄχι μόνον τῆς Μ. Ἀσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Θράκης καὶ αὐτῆς ἴσως τῆς Μακεδονίας.
Καὶ ἐπειδὴ οἱ καιροὶ οὐ μενετοί πλέον, ἔκρινα καθῆκον καὶ ἐμὸν ἀπαραίτητον νὰ κυλίσω τὸν πίθον μου ἐν μέσῳ τῆς γενικῆς κινήσεως τῆς παγκοίνου ἐδῶ συμφορᾶς μας, καὶ πρῶτον μὲν ἔγραψα μὲ ἡμερομηνίαν 21 Αὐγούστου πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου εὐρισκόμενον Κωνσταντίνον νὰ προβῇ εἰς τὰς μεγάλας ἀποφάσεις, ἐν αἷς πρωτίστην θεωρῶ τὴν ἀνάληψιν τῆς πηδαλιουχίας τοῦ ἑλληνικοῦ σκάφους παρὰ τῆς πάγκοινον τὴν εὐρωπαϊκὴν ὑπόληψιν κεκτημένης Σῆς κορυφῆς.
Τὴν παράδοσιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τοὺς ἐκδιωχθέντας ἀξιωματικοὺς τῆς Ἀμύνης, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πῶς ἀνασυντάσσεται καταστραμμένος στρατὸς καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν νίκην· καὶ τὴν ἄμεσον ἐντεῦθεν ἐκδίωξιν Στεργιάδου καὶ Χατζανέστη καὶ ἄλλα σχετικά.
Ἔκρινα δὲ πρὸ πάντων ἀπαραίτητον, ἐκ τῶν φλογῶν τῆς καταστροφῆς ἐν αἷς ὀδυνᾶται ὁ Μικρασιατικὸς Ἑλληνισμός – καὶ ζήτημα εἶναι ἐὰν, ὅταν τὸ παρὸν μου γράμμα ἀναγιγνώσκεται ὑπὸ τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, ἂν ἡμεῖς πλέον ὑπάρχωμεν ἐν ζωῇ, προοριζόμενοι – τίς οἶδε – κατ’ ἀνεξερευνήτους βουλὰς τῆς Θείας Προνοίας εἰς θυσίαν καὶ μαρτύριον – ν’ ἀπευθύνω τὴν ὑστάτην ταύτην ἔκκλησιν πρὸς τὴν φιλογενῆ καὶ μεγάλην ψυχήν Σας καὶ νὰ Σας εἴπω μόνον δύο λέξεις.
Ἐὰν διὰ νὰ σώσητε τὴν Ἑλλάδα ἐκρίνατε καθῆκον σας νὰ προβῆτε εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, μὴ διστάσητε τώρα νὰ προβῆτε εἰς ἑκατὸν τοιαῦτα κινήματα, ἵνα σώσητε τώρα ὁλόκληρον τὸν ἀπανταχοῦ καὶ ἰδίᾳ τὸν μικρασιατικὸν καὶ θρακικὸν Ἑλληνισμόν, ὁ ὁποῖος τόσην θρησκευτικὴν λατρείαν τρέφει πρὸς Ὑμᾶς.
Καὶ νῦν, φίλτατε ἀδελφέ, σὲ μόνον θεωροῦμεν τὸν ἀπὸ μηχανῆς Θεόν, σὲ βράχον, σὲ ἐλπίδα, σὲ σωτῆρα καὶ σὲ μεσσίαν μας. Περίζωσον τὴν ρομφαίαν τοῦ λόγου σου, κατευόδου πρὸς ἡμᾶς καὶ κόψον τὸν ἄλυτον διὰ τὴν διπλωματίαν μέχρι σήμερον δεσμόν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος.
Πίπτων ἐπὶ τοῦ τραχήλου ὑμῶν, περιλούω ὑμᾶς δι’ ἀπείρων φιλημάτων σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης.
† Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος
Κάπως έτσι, μέσα στις φλόγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, η φωνή του Αγίου Χρυσόστομου Σμύρνης έμελλε να γίνει η τελευταία κραυγή ενός κόσμου που χανόταν. Δεν έγραφε πλέον ως ιεράρχης, ούτε ως πολιτικός συνομιλητής του Ελευθέριου Βενιζέλου έγραφε ως η ίδια η ετοιμοθάνατη Ιωνία. Κάθε λέξη της επιστολής του μοιάζει να στάζει στάχτη, αίμα και προφητεία.
Όταν ο Βενιζέλος διάβαζε εκείνες τις γραμμές, η Σμύρνη πιθανότατα καιγόταν ήδη και ο Χρυσόστομος δεν ανήκε πια στους ζωντανούς αλλά στην ιστορία και στο μαρτύριο. Μαζί του δεν πέθαινε μόνο ένας άνθρωπος αλλά κατέρρεε ένας αιώνιος ελληνισμός, χιλίων και πλέον ετών, που είχε ριζώσει στα παράλια της Μικράς Ασίας από την αρχαιότητα έως το τέλος της Μεγάλης Ιδέας.
Ίσως το πιο τραγικό απ’ όλα είναι ότι μέσα στην απόγνωση των τελευταίων του ωρών δεν έπαψε να ελπίζει. Ακόμη και μπροστά στον γκρεμό, αναζητούσε έναν σωτήρα, μια ύστατη ανατροπή της μοίρας, πιστεύοντας πως η ιστορία μπορούσε ακόμη να γυρίσει πίσω. Όμως η ιστορία είχε ήδη αποφασίσει.
Έμεινε μόνο η επιστολή.
Σαν μνημόσυνο.
Σαν κατηγορώ.
Σαν η τελευταία φωνή της χαμένης πατρίδας πριν σβήσει μέσα στη φωτιά.
Του Στυλιανού Καβάζη



