
Τις τελευταίες μέρες η Ελλάδα συγκλονίζεται από ένα γεγονός που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη αντοχή. Η είδηση για ένα βρέφος που έχασε τη ζωή του κάτω από συνθήκες φρίκης σε ένα σπίτι της Κυψέλης, παιδιά που μεγάλωναν χωρίς προστασία, χωρίς στοργή, χωρίς κανέναν να τα κρατά μακριά από τον όλεθρο, προκαλεί οργή, θλίψη και απορία. Πώς φτάνει ο «άνθρωπος» σε τέτοιο σημείο; Η απάντηση, όσο και αν φαίνεται απλή, κρύβει μια βαθιά αλήθεια. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Χριστό, τότε χάνει εντελώς τον προσανατολισμό του, τη θέωση, και γίνεται χειρότερος και από τα άγρια θηρία.
Όταν, όμως, μιλάμε για απομάκρυνση από τον Χριστό, δεν εννοούμε την τυπική θρησκευτικότητα. Για το αν κάποιος πηγαίνει τακτικά στην εκκλησία ή όχι. Μιλάμε για κάτι πιο ουσιαστικό. Για την απουσία ενός εσωτερικού φραγμού, της συνείδησης, της φωνής, δηλαδή του Θεού, που να μας θυμίζει ότι σε αυτήν εδώ τη ζωή υπάρχει κάτι ιερό. Όταν, λοιπόν, αυτός ο φραγμός δεν υπάρχει, τότε ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε πράξεις που ξεπερνούν κάθε λογική, ακόμα και αυτή τη φαντασία.
Να πούμε πως η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένα κτίριο όπου πηγαίνει κανείς τις Κυριακές και τις Γιορτές. Η Εκκλησία είναι μια κοινότητα, ένας ζωντανός ιστός ανθρωπίνων σχέσεων. Μία πνευματική κοινωνία, η οποία στηρίζει, προσέχει, νοιάζεται. Σε παλαιότερες εποχές, η Ενορία λειτουργούσε, θα μπορούσαμε να πούμε, σαν ένα δίχτυ ασφαλείας. Ο ιερέας γνώριζε ποιο παιδί αντιμετωπίζει δυσκολίες, ποια οικογένεια δοκιμάζεται. Γι’ αυτό το να ζει κανείς κοντά στην Εκκλησία δεν σημαίνει απλώς γεωγραφική εγγύτητα. Σημαίνει να έχει σημείο αναφοράς, ανθρώπους που τον γνωρίζουν με το όνομά του. Μια κοινότητα που τον καλεί να συμμετέχει, να προσφέρει, να ζητάει βοήθεια όταν τη χρειάζεται. Σημαίνει, επίσης, να υπάρχει ένας χώρος όπου το λάθος μπορεί να εξομολογηθεί, ο πόνος να μοιραστεί, η κρίση να προληφθεί πριν καταλήξει σε τραγωδία.
Σήμερα, δυστυχώς, αυτό το δίχτυ ασφαλείας έχει διαλυθεί. Οι άνθρωποι ναι μεν ζουν δίπλα-δίπλα, αλλά χωρίς να γνωρίζονται, χωρίς να νοιάζονται, χωρίς να αναρωτιούνται τι συμβαίνει πίσω από την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Τότε, ακριβώς, υπάρχει ο κίνδυνος η μοναξιά σε συνδυασμό με την αδιαφορία να αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος για να συμβεί μία τραγωδία. Να βγουν στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπου.
Και κάτι τελευταίο. Ξεχωριστή βαρύτητα έχει το ζήτημα των παιδιών. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στην Εκκλησία δεν μαθαίνει απλώς προσευχές και τυπικά. Μαθαίνει ότι υπάρχει κάτι πάνω από αυτό. Μαθαίνει την αίσθηση του ιερού, που θα το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή. Μαθαίνει την έννοια της ενοχής όταν διαπράττει την αμαρτία, αλλά και την έννοια της συγχώρεσης και της μετάνοιας όταν σφάλλει. Μαθαίνει ότι δεν είναι μόνο του στον κόσμο, αλλά ότι ανήκει σε μια κοινότητα που το προσέχει και το αγαπά. Αυτά τα «μαθήματα» δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμέλια ψυχικής υγείας και πνευματικής συγκρότησης. Ένα παιδί χωρίς αυτά τα θεμέλια είναι πιο ευάλωτο, όχι μόνο ως θύμα αλλά, ενδεχομένως, και ως μελλοντικός θύτης, γιατί δεν έμαθε ποτέ πού βρίσκεται το όριο.
Η τραγωδία της Κυψέλης δεν πρέπει να μας αφήσει απλώς με ένα αίσθημα φρίκης που θα ξεχαστεί σε λίγες μέρες. Πρέπει να μας κάνει να αναρωτηθούμε σοβαρά για το πώς ζούμε, πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, πόσο έχουμε απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη και ελληνική Παράδοση. Παράδοση που κάποτε μας κρατούσε ενωμένους και μας έκανε υπεύθυνους τον έναν για τον άλλον. Γι’ αυτό και η επιστροφή, στον Χριστό και στην Εκκλησία δεν είναι νοσταλγία για το παρελθόν. Είναι πρόταση ζωής για το παρόν και το μέλλον. Είναι η υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να ζει μόνος, αποκομμένος, χωρίς φραγμούς. Είναι φτιαγμένος για κοινωνία, για αγάπη, για ευθύνη απέναντι στον πλησίον και ιδίως απέναντι στα πιο αδύναμα μέλη της, τα παιδιά.



