
Θυμᾶμαι τί μοῦ συνέβη, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ μὲ ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου πῆγα στὴν Ἐξομολόγηση. Ὅλη ἡ ζωὴ ποὺ ἔζησα ὀρθώθηκε μπροστά μου ὡς ἀδικία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος.
Ὅταν συνάντησα τὸν ἱερέα, δὲν μποροῦσα νὰ μιλήσω καθόλου ἀπὸ τὴ θλίψη, τὰ δάκρυα, τὸν καρδιακὸ πόνο, ἀλλὰ μόνον ἔκλαιγα. Καὶ πιστέψτε με, πρὶν ἀκόμη ἀρχίσω νὰ μιλῶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος «ἐξῆλθε πρὸς συνάντησίν μου» καὶ ἔπεσε στὸν τράχηλό μου καὶ μὲ κατεφίλησε, (Λουκ. 15, 20) καὶ ἤμουν γι’ Αὐτὸν ἀγαπητός, χωρὶς νὰ περιμένει ἀπὸ μένα πότε θὰ πῶ «συγχώρησον», ὅπως καὶ στὴν παραβολή ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶπε, «συγχώρησον, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου», (Λουκ. 15, 21) ὅταν ἤδη ὁ Πατέρας τὸν δέχθηκε στὴν ἀγκαλιά Του.
Κατηγοροῦσα τὸν ἑαυτό μου σὲ ὅλα. Ὁ Κύριος, ὅμως, δὲν πρόφερε οὔτε ἕνα λόγο μομφῆς· μόνο χαιρόταν «ὅτι ὁ υἱὸς αὐτὸς ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη, νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέστη» (Λουκ. 15, 32). Τί νύχτα ἦταν ἐκείνη! Μοῦ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὴ διηγηθῶ. Πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος!
Ὅσιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ



