
Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περάση κάποιος τὴ μεγάλη θάλασσα χωρὶς πλοῖο, ἔτσι δὲν μπορεῖ κάποιος, χωρὶς τὸν θεῖο φόβο, νὰ περάση πρὸς τὴν ἀγάπη.
Τὴ βρωμερὴ θάλασσα τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ὁποία ἔχει τοποθετηθῆ ἀνάμεσα σὲ ἐμᾶς καὶ τὸν νοερὸ παράδεισο (καὶ νὰ φθάση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ τὴ βρωμερὴ θάλασσα) μόνο μέσῳ τοῦ πλοίου τῆς μετανοίας μποροῦμε νὰ τὴ διαβοῦμε, ἡ ὁποία μετάνοια ἔχει γιὰ κωπηλάτες τὸν θεῖο φόβο.
Ἐὰν αὐτοὶ οἱ κωπηλάτες τοῦ φόβου δὲν κυβερνοῦν σωστὰ τὸ πλοῖο τῆς μετανοίας, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία διερχόμαστε τὴ θάλασσα τοῦ παρόντος βίου πρὸς τὸν Θεό, καταποντιζόμαστε στη βρωμερή θάλασσα τῶν παθῶν.
Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πλοῖο, ὁ θεῖος φόβος εἶναι οἱ κωπηλάτες, καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ θεϊκὸ λιμάνι.
Ὁ φόβος μᾶς καθίζει στὸ πλοῖο τῆς μετάνοιας καὶ μᾶς περνᾶ, μέσα ἀπὸ τὴ βρωμερὴ θάλασσα τοῦ κόσμου, στὸ θεῖο λιμάνι, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη, στὸ ὁποῖο διαβαίνουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ κοπιάζουν καὶ εἶναι καταφορτωμένοι, μέσῳ τῆς μετάνοιας.
Ὅταν φθάσουμε τὴν ἀγάπη, φθάσαμε στὸν Θεὸ καὶ ἔφτασε στὸ τέλος του ὁ δικός μας δρόμος, καὶ διαβήκαμε στὴν ἀπὸ ἐκεῖ πλευρὰ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὅπου εἶναι ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ εἴθε νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς αὐτὴ τὴ δόξα Του καὶ τὴν ἀγάπη που προέρχεται ἀπὸ τὸν φόβο Του. Ἀμήν.
Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος



