Δεν υπάρχουν σχόλια

Παπα-Τύχων ο απλός

Δίδασκε ο παπα-Τύχων με την αγιασμένη ζωή του. Η απλότητά του και η βαθιά του ταπεινοφροσύνη μιλούσαν τόσο φανερά. Μιλούσε και δίδασκε και με κλειστό το στόμα, όταν όμως άρχιζε να διδάσκει, να λέει τις συμβουλές του ο Γέροντας καθισμένος στη ρίζα της μικρής ελιάς, δίπλα στον τάφο του ή στη σκληρή σανίδα του κρεββατιού του, τότε η ψυχή του μαθητή γοητευόταν.

Το πρώτο που σου δίδασκε ήταν το ότι πάντα από τον Θεό να ξεκινάς. Έτσι μόλις έφθανες στο κελλί του, σε οδηγούσε στο εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού. Εκεί έψαλλε το «Ἄξιόν εστιν» και το «Σῶσον Κύριε τόν λαόν σου». Σε έβαζε να κάνεις τρεις μετάνοιες στον μεγάλο σταυρό που είχε σε κεντρική θέση εκεί μέσα και προσέθετε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τόν δούλον σου».

Ακολουθούσε το κέρασμα και με πολλή απλότητα ερχόντουσαν οι συμβουλές. Όταν τον ρωτούσες, έδινε πολλή βαρύτητα στην ταπεινοφροσύνη. Αυτός που είχε «υψηλό βίο» (Άγιος Νείλος), είχε ταπεινό φρόνημα και αυτά επιθυμούσε να μεταδώσει. Σαν να εδίωκε την υψοποιό ταπείνωση, γιατί γνώριζε ότι «αυτή είναι η στολή της θεότητας» (Όσιος Ισαάκ).

Έλεγε, λοιπόν, απλά ο παπα-Τύχωνας: «Κάθε πρωί ο Θεός ευλογεί όλο κόσμο με ένα χέρι. Βλέπει ταπεινό άνθρωπο, ευλογεί με δυο χέρια. Πολλά χέρια».

Ταπεινός άνθρωπος, αξίζει πιο πολύ από όλο κόσμο· και διά να δείξει πως η παρθενία μόνη δεν σώζει χωρίς την «πλουτοποιό ταπείνωση» και πως ο Θεός αγαπά τη σύναξη των ταπεινών σαν τη σύναξη των Σεραφείμ (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) έλεγε: «Γέμισε κόλασις παρθένοι υπερήφανοι. Όταν εγώ παρθένο μόνο, πάει κόλαση. Άλλος λέει εγώ παρθένος, παρθένος. Μα κόλασις γεμάτη παρθένοι που εγώ έχουν. Άμα εγώ ταπεινός και λέω ‘’ἐλέησόν με ο Θεός’’, τότε Κύριος πιάνει με από χέρι και λέει Κύριος: “Έλα παιδί μου, εδώ μέσα παράδεισο”».

Κάποτε μια ομάδα νεαρών δοκίμων μοναχών είχαν πάει στο καλύβι του Γέροντα. Έρχεται ο παπα-Τύχων και τους λέει: «Άγια Πνεύματα» (δεν μπορούσε να πει Άγιο Πνεύμα), είπε «είναι καλοί άνθρωποι αυτοί, μα δεν ξέρουν αλήθεια. Λέω εγώ τώρα: Έτοιμοι γίνεσθε», και έκανε μια ανάπτυξη του χωρίου τόσο απόρρητη, που δάκρυσαν τα καλογεροπαίδια.

Διηγούνται πώς όταν τον επισκέφθηκε ο Ρώσος επίσκοπος του Λένινγκραντ Νικόδημος και ζήτησε να του διαβάσει μια ευχή, ο παπα-Τύχων ταράχθηκε, δυσκολεύτηκε, μα στο τέλος υπήκουσε. Μετά έλεγε: «Μητροπολίτης εμένα νομίζει άγιο. Νομίζει, νομίζει όμως…» και άφηνε να εννοηθεί ότι εγώ δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά.

Πολύ αγάπη έτρεφε η αγία αυτή ψυχή στο τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Αν η γλώσσα του δυσκολεύετο να τα προφέρει, η καρδιά του πάντα για τον Παράκλητο μιλούσε: «Αγία Πνεύματα (Άγιον Πνεύμα) βοηθήστε με», έλεγε κάθε τόσο και επεξηγούσε: «Λέω γιατί αυτό νοικοκύρη. Χριστός αυτά άφησε νοικοκύρη. Για να λέει παπάς όταν λειτουργήσει “Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε…”. Με την προσευχή έρχεται μέσα στην καρδιά Χριστός και όπου Χριστός όλη Αγία Τριάδα, παιδί μου. Πω, πω, πω, όπου Χριστός εκεί Πατέρας και Άγιο Πνεύμα». Και συνδύαζε τη σκέψη του με τον λόγο του Κυρίου προς τον Φίλιππο (Ιω. 14, 9).

Επέμενε πολύ στο θέμα της μελέτης. Στους πιο μορφωμένους συνιστούσε Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο, Συμεών Νέο Θεολόγο και άγιο Κύριλλο. «Όταν διαβάσει νους καθαρίσει», έλεγε χαρακτηριστικά.

Για την εργασία έλεγε τα εξής: «Όχι πολλή δουλειά οι μοναχοί. Κοσμικοί αυτό. Φαραώ πολλή δουλειά έλεγε Εβραίους, να ξεχνάτε Θεό. Συ μοναχός, δουλειά μια ώρα στοπ! Ευλογητός ο Θεός! Κύριε ελέησον! Προσευχή κάνει. Μετά δουλειά. Σε μια ώρα πάλι∙ Ευλογητός ο Θεός!».

Από το θέμα της υπακοής, για το οποίο έλεγε συχνά, χαρακτηριστικό είναι το εξής: «Ερημίτης δεν πάει πολύ γιατρό», έλεγε. «Πάει όμως. Υπακοή κάνει γιατρό».

Τον συνέπαιρνε η αγάπη του Θεού. «Αγάπη αιώνια… πω, πω, πω, αιώνια αγάπη», έλεγε ο Γέροντας συγκινημένος ενώ δάκρυα έτρεχαν στις ξηραμένες από την άσκηση παρειές του.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χ. Φιλοαθωνίτου, Ο παπα-Τύχων, Ένα λουλούδι από το περιβόλι της Παναγίας, εκδ Ι. Μ. Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, 1972.

 

 

Προσθήκη σχολίου